Cineuropa > Τελευταία Σελίδα > Γιάννης Βεσλεμές

NEON FICTION

Nέες αφηγήσεις γύρω από το σινεμά είδους

Του Γιάννη Βεσλεμέ

Η δεκαετία του 10 μπαίνει επίσημα στο τελευταίο της έτος. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι χαρακτηρίστηκε από μια ανομοιογένεια στις κινηματογραφικές  τάσεις. Δύσκολα θα βρει κανείς σε αυτή, όπως και στην προηγούμενη δεκαετία,  μια αισθητική ή ιδεολογική δεσπόζουσα αντίστοιχη, για παράδειγμα, με τα ανανεωτικά ευρωπαϊκά ρεύματα του ’60 ή τα αμερικάνικα ελευθεριακά 70s. Στις μέρες μας, τα blockbuster φτιάχνονται από υψηλόμισθους executives και τα χαμηλόμισθα επιτελεία τους  και όχι από ψυχωμένα παιδιά-θαύματα που ζούσαν μόνο, και μέσα, από τις ταινίες (ο Spielberg, ο  Scorsese, ο De Palma και τα άλλα παιδιά).

 

Το σινεμά του δημιουργού – το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο arthouse – δαγκώνει την ουρά του χτίζοντας, άβολα για τους περισσότερους δημιουργούς, ένα εμπορικό πλέγμα προστασίας με μεσάζοντες και μεταπωλητές. Μέσα από τεχνητές ανάγκες, μοριοδοτήσεις και φεστιβαλικό κανιβαλισμό, ατζέντηδες και μπερδεμένοι κοινοτικοί υπάλληλοι πουλούν και αγοράζουν τέχνη και αναγκάζουν άγαρμπα παραγωγούς και σκηνοθέτες να επισυνάψουν σε κάθε πρότζεκτ την τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα. Στην Ελλάδα, η κρίση εμφανίστηκε ως δραματουργικό holy grail, ένα προαπαιτούμενο που θα έκανε το πάντα παράξενο ελληνικό σινεμά να βγει από την εσωστρέφεια του και να μιλήσει για όλα τα μεγάλα, κουνώντας τελικά το δάχτυλο σαν δασκαλάκος της συμφοράς και αδιαφορώντας για τις πραγματικές αφηγήσεις των καιρών μας. Η εμπροσθοφυλακή, με έναν παράδοξο τρόπο, όμως, διεισδύει από το περιθώριο του συστήματος. Όπως και σε άλλες εποχές κρίσης της βιομηχανίας, οι «μοναχικοί» θα βρίσκουν τρόπο να κάνουν  ιδιοσυγκρασιακό σινεμά με προσωπικές θυσίες ή ακόμα και με πονηριές, σινεμά που αφουγκράζεται το τώρα αλλά δε γυρνάει την πλάτη στην παράδοση, χρησιμοποιεί  – ενώ ταυτόχρονα έρχεται σε ρήξη με αυτό – το ίδιο το σύστημα που το τρέφει.

 

Και καθώς ο νεοπουριτανισμός και η πολιτική ορθότητα στερεύει τις θεματικές και πλέκει ασφυκτικά δίκτυα προστασίας, δημιουργοί που φαινομενικά είχαν την πλάτη τους στραμμένη στο σινεμά του φανταστικού ή στο εκμεταλλευτικό (exploitation) σινεμά είδους, τώρα αντλούν ιστορίες, χαρακτήρες και εικόνες από αυτό, επαναπροσδιορίζοντάς το με τρόπο γοητευτικό και έντιμο. Ξαναθυμίζοντας ότι οι αρχέγονοι τρόμοι και οι πολιτικοί καμβάδες της επιστημονικής φαντασίας δεν θα 'πρεπε να περιορίζονται μόνο σε συντηρητικές χολιγουντιανές κατασκευές, ούτε σε χιλιοειπωμένα b-movies, αλλά μπορούν να αποτελούν υλικό για σκεπτόμενες αφηγήσεις και κινηματογραφικό πειραματισμό. Οι δημιουργοί αυτοί βλέπουν την αφήγηση πέρα από μια τρίπρακτη μπαναλιτέ, αναδομούν τη φόρμουλα, διεισδύουν ψυχοτροπικά στο φαντασιακό, την ψυχανάλυση, τα τοπικά φολκλόρ, αγαπούν τις νέες τεχνολογίες και όλο το κινηματογραφικό φάσμα με πάθος.

 

Ο Καναδός Panos Cosmatos ξεκινάει τη δεκαετία με το αυτοχρηματοδοτούμενο tour de force επιστημονικής φαντασίας «Beyond the Black Rainbow» (2010) και δικαιώνεται πρόσφατα (καλλιτεχνικά και εμπορικά) με το φάντασι «Mandy» (2018), μια ιστορία εκδίκησης στο ρελαντί, φτιαγμένη με σεβαστό μπάτζετ και χωρίς κανένα συμβιβασμό σε θέματα ρυθμού και αφήγησης. Μια ταινία μελλοντικό σημείο αναφοράς πάνω στα κινηματογραφικά υβρίδια.

 

Η Γαλλίδα Lucile Hadzihalilovic κάνει κάθε δέκα χρόνια και μία ταινία. Στο «Innocence» (2004) κατάφερε να δείξει την διαδικασία ενηλικίωσης των κοριτσιών ενός παρθεναγωγείου σαν ένα παραμύθι τρόμου, χωρίς ούτε μια σκηνή γραφικής βίας, εμπνευσμένη, κατά την ίδια, εξίσου από το σινεμά του Bresson αλλά και του Argento. Στο πρόσφατο «Evolution» (2015) μπολιάζει τα στατικά της κάδρα με μια ολόδική της μεσογειακή φολκ φαντασία που διαθέτει τα πάντα: και θαλάσσια τέρατα και μεταλλάξεις και ποίηση και ψυχρό αισθησιασμό.

 

Ο επίσης Γάλλος Bernard Mandico, γνωστός στο φεστιβαλικό κύκλωμα  για τις καλειδοσκοπικές κινηματογραφο-φιλικές του μικρού μήκους κάνει με το «Wild Boys» (2017) ένα από τα σημαντικότερα ντεμπούτα των τελευταίων χρόνων, μια ταινία τομή/ανοιχτή πληγή στο κουρασμένο σώμα του γαλλικού σινεμά. Τα «Άγρια Αγόρια» μουσκεύουν μέσα στο ποτάμι των αναφορών τους, ερωτύλοι του Vigo αλλά και του HG Wells, μια καυλωμένη απάντηση στη gender equality θολούρα της εποχής μας.

 

Ο Αμερικάνος Flying Lotus, διακεκριμένος συνθέτης ηλεκτρονικής μουσικής μεταπηδά – χωρίς να ξεχάσει λεπτό την πρωταρχική του ιδιότητα – στη μυθοπλασία σκηνοθετώντας το «Kuso» (2017), εγχείρημα παρόμοιο με το «Electroma» (2006) των Daft Punk. Όπως και σε εκείνη την δυστοπία, έτσι και εδώ, το «Kuso» είναι παραδομένο στη ρευστότητα της ποπ κουλτούρας. Ο σωματικός τρόμος συναντάει τa blaxploitation και μια πραγματική έκθεση ωμοτήτων αποκτά στα χέρια του Lotus το πιο εθιστικό γκρουβ.

 

Οι Βέλγοι Helene Cattet & Bruno Forzani σε ένα σώμα τριών φιλμ, με αποκορύφωμα το «Let Corpses Tan» (2017) φτιάχνουν σχεδόν ψυχαναγκαστικούς φόρους τιμής στα αγαπημένα τους Giallo. Η γνώση και η αγάπη τους για τα αστυνομικά και μεταφυσικά ιταλικά φιλμ του ’60 και του ’70 είναι τέτοια που τους επιτρέπει να συνθέτουν φιλμοκατασκευές που δεν έχουν ανάγκη τα πρωτότυπα για να σταθούν μοναδικά σε μεταμεσονύκτιες αίθουσες, μπροστά σε κοινό που διψάει για πειραματικές προκλήσεις.

 

Ο Μεξικανός Amat Escalente, χωρίς να ξεχάσει το arthouse παρελθόν του, φτιάχνει με τους δικούς του όρους και με μια αθωότητα απέναντι στο είδος, ένα ερωτικό sci-fi, το «The Untamed» (2016). Με πρωταγωνιστές σύγχρονους Μεξικανούς και ένα διαστημικό, υπερμέγεθες πολύποδο μαλάκιο φέρνει στον νου το σινεμά του Ζulawski και του Cronenberg, τόσο με τις σχέσεις εξάρτησης του ανθρώπου με το τέρας όσο και με τον ακραίο ερωτισμό, που ξεπερνάει την ηθική και τα όρια της λογικής.

 

Ιδανικό double bill στην ταινία του Escalante έρχεται να προστεθεί φέτος το «Murder me Monster» (2018) του επίσης Λατινοαμερικάνου Alejandro Fadel. Με φόντο μια υπόθεση δολοφονιών στην επαρχία της Αργεντινής, ένας επιθεωρητής βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα γκροτέσκο πλάσμα που διψάει για φόνο και σεξ. Η εμφάνιση του τέρατος διαταράσσει όλες τις ισορροπίες στο αργόσυρτο και ενδοσκοπικό νουάρ της ταινίας και ξεδιάντροπα, και χωρίς κανένα μέτρο, την εκτοξεύει περήφανα σε έναν camp γαλαξία, γεμάτο χιούμορ αλλά και δέος για την ανθρώπινη κατάσταση.

 

Το «Luz» (2018) η πρώτη – σύντομη σε διάρκεια – φιλόδοξη ταινία του Γερμανού Tilman Singer καταφέρνει να σε κρατάει, στα 70 λεπτά που διαρκεί, σε κατάσταση ήπιου τρόμου, επιστρατεύοντας ελάχιστα τεχνάσματα του είδους και δίνοντας ακόμα πιο λίγες απαντήσεις σχετικά με τα πρόσωπα του μύθου. Δαίμονες και δαιμονιζόμενοι ανταλλάσσουν συχνά ταυτότητες σε αυτό το κομψό, μελετημένο, πάμφθηνο φιλμ που δε μοιάζει με τίποτα, αλλά είναι ταυτόχρονα και υγιές παράγωγο της εποχής του.

 

Στην Ελλάδα, όπου το σινεμά είδους είναι σχεδόν ανύπαρκτο, το «Νήμα» (2016) του σκηνοθέτη-μουσικοσυνθέτη The Boy έρχεται να θολώσει τα νερά, επιχειρώντας ταυτόχρονα μια ταινία εναλλακτικής ιστορίας/επιστημονικής  φαντασίας και ένα ψυχαναλυτικό πορτραίτο της σχέσης μάνας-γιου. Η πυκνή αφήγηση και η ντελικάτη ωμότητα της ταινίας χρωστάνε πολλά στη λογοτεχνία του είδους και δεν χαρίζονται σε κανέναν  θεατή. Μια ταινία καθαρή στην όψη, υπέροχα βρώμικη στην ψυχή.

 

Σε αυτήν την κατηγορία ταινιών, που ξεπερνούν τα όρια του σινεμά είδους και της καλλιτεχνικής ταινίας, θα μπορούσαμε να εντάξουμε και το ρωσικό έπος μεσαιωνικής φαντασίας, «Hard to Be a God» (2013), του Aleksey German, ταινία που ολοκληρώθηκε μετά τον θάνατο του σκηνοθέτη, αλλά και την τελευταία ταινία του Καναδού Guy Maddin, «Forbidden Room» (2015), που συσκηνοθέτησε με τον Evan Johnson. Εδώ, όπως και σε όλο το σημαντικότατο έργο του Maddin, συμπυκνώνεται όλο το DΝΑ της κινηματογραφικής ιστορίας και των εμμονών του σκηνοθέτη σε μια ταινία δύο ωρών με τόσες ιδέες και εικόνες που κυριολεκτικά ξεχειλίζει η οθόνη. Νέες αφηγήσεις γύρω από το σινεμά είδους, από τους μοναχικούς που μια φορά τολμάνε· που δε φοβούνται την ποπ πυράκτωση, το ξεπέρασμα των ορίων, το παιχνίδι με το νέο και το παλιό, πέρα από το καλό και το κακό, για μάτια που αγαπάνε το νέον κάψιμο.

Menu.png

Ο Γιάννης Βεσλεμές

είναι σκηνοθέτης και συνθέτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1979.