Cineuropa > Τελευταία Σελίδα > Ζακλίν Λέντζου

Μνημονική τέχνη και αβάν-γκαρντ: αστρικό υλικό

Της Ζακλίν Λέντζου

Οι μικροσκοπικές φράουλες στη σκιά του πίσω κήπου. H κλωστή δεμένη από τη μια στο δόντι και από την άλλη στην πόρτα με την γκρι ταπετσαρία. Η πόρτα που κλείνει. Η πόρτα που ανοίγει και εσύ πίσω από την κουρτίνα περιμένεις να τον δεις. Οι λασπωμένες πατούσες της πάνω στο λευκό ζιβάγκο. Το μαξιλάρι της που μυρίζει μανταρίνι. Η σπασμένη κιθάρα εκείνου που δεν γνώρισες, αλλά φέρεις την ουσία του. Ο κουβάς, το νερό και το σφουγγάρι για να γυαλίσεις το αμάξι τα κενά καλοκαιρινά απογεύματα. Υφή VHS στα μαλλιά τους. Στα γυαλιά του. Λεπτομέρειες του εσωτερικού τοπίου της ψυχής. Ο ορισμός του μοναδικού. Αυτό που μας σχημάτισε και μας σχηματίζει, που μας όρισε και μας ορίζει. Το προσωπικό, αστρικό, ιστορικό μας υλικό: η μνήμη μας.     Από τον Πλάτωνα έως τον Πλωτίνο, από τον Φρόυντ έως τον Λακάν, όσοι αποπειράθηκαν να μελετήσουν, να εξηγήσουν και, κατ’ επέκταση, να αναλύσουν το υπέρτατο μυστήριο -που δεν είναι άλλο πέραν αυτού της ψυχής- συνειδητοποίησαν πως κατέληξαν να ασχολούνται ως επί το πλείστον με το άλλο μαγικό, εκείνο της λειτουργίας της μνήμης. Η μαγεία της είναι και η κατάρα της και αφορά την αυτή καθεαυτή φύση της, που είναι ανακατασκευαστική και προκαλεί αμηχανία. Κανείς δεν ξέρει σίγουρα πόση αλήθεια ενέχεται στις αφηγήσεις του, κανείς δεν ξέρει σίγουρα πόσες απωθημένες αναμνήσεις κουβαλά, κανείς δεν ξέρει σίγουρα εάν οι λέξεις και οι περιγραφές είναι δικές του ή φορεμένες από αγαπημένους. Στεκόμαστε όλοι ταπεινοί μπροστά στην απολυτότητα του συναισθήματος που φαντάζει η μόνη πραγματικότητα από την οποία μπορούμε να πιαστούμε - σε παρόμοιο πνεύμα με αυτό που διέπει την ανάλυση ονείρων. Δίπλα μας, σαν μικρό κοριτσάκι, μας σκουντάει συνεχώς η πικρία του ότι ποτέ δεν θα ξέρουμε πραγματικά.    

 

Και κάπου εδώ έρχεται ένα σινεμά, οργανικό και απλό, έξω από ταμπέλες και είδη. Μακριά από προϋπολογισμούς, αριθμούς και τεχνοκράτες. Μακριά από ημερομηνίες παραδόσεων ή άλλες επιταγές. Ένα σινεμά άμεσο και αγνό. Τα παιδιά του τα φωνάζουν ντοκιμαντέρ, άλλες φορές πειραματικές ταινίες, home movies, diary films ή essay films. Αυτά, ασφαλώς, δεν ακούνε σε ονόματα. Δεν τα αφορούν πώς θα συστηθούν, ούτε έχουν προθέσεις να δείξουν ή να πουν. Είναι φύλακες, οι πιο αποτελεσματικοί. Προστατεύουν στιγμές, πιστοποιώντας την εκάστοτε αλήθεια. Εν αγνοία τους, αυτά τα παιδιά επιβεβαιώνουν την ίδια τη ζωή.    

 

Το 1958 ο Brakhage, τρομοκρατημένος που θα γίνει για πρώτη φορά πατέρας, αποφασίζει να πατάξει το άγχος του μετατρέποντας σε ταινία τον φόβο του: τον ερχομό της μικρής Myrenna. Έχοντας την κάμερα ως όπλο, βρίσκεται ανάμεσα στον εαυτό του και στο θαύμα της δικής του φύσης με τον ήλιο να καίει το δωμάτιο. Προστατεύεται και παράλληλα αποτυπώνει ανεξίτηλα την άφιξη του παιδιού του. Δίνει τη σπάνια ευκαιρία στον ίδιο, αλλά και στην κόρη του, να θυμάται για πάντα πώς ήταν οι στιγμές ακριβώς πριν έρθει εδώ, το πρόσωπο της μάνας της προτού και έπειτα. Το πρώτο της οξυγόνο, τον ομφάλιο λώρο τους. Φτιάχνει το πιο εκκωφαντικό βουβό ποίημα από νερό, φως και αίμα που έχουμε δει στο σινεμά και δεν του χρειάζεται κανένας πιο εντυπωσιακός τίτλος, πέρα από λέξεις στη σειρά: «Window, water, baby moving».     Σε παρόμοιο οικογενειακό σύμπαν, αν και σε διαφορετικό πολιτισμικό συγκείμενο, η Ιαπωνέζα Naomi Kawase αποφασίζει ότι θέλει να κρατήσει τη θετή γιαγιά της εδώ έως την αιωνιότητα. Φτιάχνει το «Katatsumori» (1994) και μας δίνει σαράντα λεπτά υψηλών συναισθημάτων. Η λατρεία για τη γιαγιά της ρέει ανενόχλητη, όσο ανενόχλητα τοποθετεί την κάμερα ασφυκτικά κοντά της. Ο χειρισμός των μέσων της φέρνει δάκρυα -πολύ διακριτικά και ύπουλα- για μια κυρία που δεν θα αγκαλιάσουμε ποτέ. Μεταφέρει στον θεατή μια αίσθηση «αγιοσύνης» από την ίδια προς τη γιαγιά της, από τη γιαγιά της προς την ίδια και από την ταινία σε εμάς. Μας χαρίζει με γενναιοδωρία μια σπάνια κινηματογραφική ανάμνηση, ενώ την ίδια στιγμή προσφέρει στον εαυτό της την παντοτινή μνήμη του πιο αγαπημένου της προσώπου. Άραγε, αυτά δεν είναι τα συστατικά του θησαυρού;    

 

Αν κάποιος θα χειροκροτούσε όρθιος, έναντι απάντησης στην παραπάνω ερώτηση, θα ήταν ο Jonas Mekas. Αφιερωμένος με όλο του το είναι στη συνεχή καταγραφή καταστάσεων, συμβάντων, γνωριμιών, ήχων, εικόνων και μετά στη συνειρμική συρραφή τους, είναι εκείνος του οποίου το όνομα ταυτίζεται με την ιδέα της οικειότητας. Της ζέστης της καρδιάς. Της ιδέας του «σπιτιού» και, συνεπώς, των home-movies. Οι ταινίες του είναι κολλάζ ωμών και φαινομενικά παράταιρων στιγμών, χωρίς μετασκέψη ή υπερανάλυση. Kαταστρώνει χάρτες πόλεων και εποχών, με εφόδια μουσική και μεσότιτλους στο Walden (1968), ζωγραφίζει τον χάρτη της ψυχής του στο «As I Was Moving Ahead Occasionally I Saw Brief Glimpses of Beauty» (2000), μαθαίνει στον Andy Warhol σινεμά και καλεί τον Korine να χορέψει κλακέτες. Η φωνή του οδηγός, η Bolex ανά χείρας και η συγκίνησή μας μεγάλη. Πολύ.    

 

«Πώς θυμόντουσαν οι άνθρωποι προτού ξεκινήσουν να ηχογραφούν, να φωτογραφίζουν, να μαγνητοσκοπούν;», αναρωτιέται ο Μάρκερ στο «Sans Soleil» (1983), μια ταινία που θυμίζει διαλογιστική συνθήκη. Σε αντίθεση με τους παραπάνω, ο Μάρκερ λειτουργεί σαν διανοητής. Μελετά τη μνήμη, όχι τόσο την προσωπική, όσο τη συλλογική, κουβαλώντας τις σχετικές ιδέες του Ντελέζ και του Μπεργκσόν, οι οποίες έμμεσα μπλέκονται με εικόνες ενός αξιοζήλευτου αρχείου. Ο καλλιτέχνης δεν μας μαρτυρά τίποτα με τη φωνή του. Κρύβεται πίσω από μια γυναικεία περσόνα που διαβάζει ακατάπαυστα. Ασύνδετες εντυπώσεις συγκλίνουν σε μια εμπειρία που για άλλους είναι κοντά στη φαντασίωσή τους όσον αφορά ένα ταξίδι στον χρόνο, αλλά στα μάτια μου είναι ένα ταξίδι άχρονο στον ξένο τόπο της μνήμης, εξίσου συγκινητικό με τα προαναφερθέντα -πιο- βιωματικά φιλμ.    

 

Ναι, η μνήμη είναι αναξιόπιστη, αλλά αναγκαία. Σκοτεινή, αλλά ζωτική. Απομακρυσμένη και, την ίδια ακριβώς στιγμή, δίπλα, μέσα, σαν σύννεφο μόνιμο, πάνω από τα κεφάλια μας. Το αβάν-γκαρντ σινεμά, υπενθυμίζει πως πιθανώς να μη χρειάζονται μεγαλεπήβολες σεναριακές κατασκευές, επίπλαστες καταστάσεις, ακριβοί εξοπλισμοί, σωρός καλωδίων και μπλεγμένων ανθρώπων για να συζητήσεις τη μνήμη. Η «συνταγή» μοιάζει να λέει σθένος, θράσος, ειλικρίνεια, ενδοσκόπηση, μολύβι και μια κάμερα. Το σινεμά αυτό, αν και εξαιρετικά ελεύθερο, αγκαλιάζει τη μνημονική τέχνη τόσο σφικτά, που στο τέλος γίνονται ένα σώμα. Κι όπως κάθε σπουδαία αγκαλιά χαράζεται μέσα μας, έτσι και αυτές οι ταινίες, μαζί με άλλες τόσες που ίσως να μην έχουν ακόμα ανακαλυφθεί, έχουν για πάντα μέσα μας θέση ξεχωριστή και γλυκόπικρα δάκρυα μαζί με γέλια, ντροπές και μελαγχολία. Όπως η εμπειρία του κόσμου.

Menu.png

Η Ζακλίν (Αθήνα, 1989)

είναι σκηνοθέτρια και σεναριογράφος. Της αρέσουν πολύ οι λέξεις και

η μουσική.