Cineuropa > Συνεντεύξεις > Άγγελος Φραντζης

Menu.png

Άγγελος Φραντζης

 

Ο Γιάννης Κορρές συζητά

με τον Άγγελο Φραντζή

για την ταινία «Ακίνητο Ποτάμι»

«Τι κάνουμε όταν ερχόμαστε

αντιμέτωποι με κάτι το οποίο μας ξεπερνά και δεν μπορούμε πραγματικά

να εξηγήσουμε;»

Η πίστη και η λογική συγκρούονται στο «Ακίνητο Ποτάμι», την πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του Άγγελου Φραντζή. Η Άννα (Κάτια Γκουλιώνη) και ο Πέτρος (Ανδρέας Κωνσταντίνου) ζουν σε μια μικρή πόλη στη Σιβηρίας, λόγω της δουλειάς του τελευταίου. Οταν ξαφνικά η Άννα μένει έγκυος, παρότι το ζευγάρι δεν έχει κάνει έρωτα τους τελευταίους μήνες, η σχέση τους και, κατά συνέπεια, όλος ο κόσμος τους δοκιμάζονται.

 

Γιάννης Κορρές: Το «Ακίνητο Ποτάμι» ξεκίνησε πριν από οκτώ χρόνια ως ιδέα. Τότε ακόμη λεγόταν «Virus». Τι ήταν το «Virus»; Τι είναι το «Ακίνητο Ποτάμι»; Σημαίνει κάτι αυτή η αλλαγή στον τίτλο;

 

Άγγελος Φραντζής: Περιέργως, το «Ακίνητο Ποτάμι» έχει αλλάξει το λιγότερο στην πορεία αυτών των χρόνων σε σχέση με τις προηγούμενες ταινίες μου. Το λέω γιατί τα αρχικά σενάρια των δύο τελευταίων ταινιών μου, το «Μέσα στο Δάσος» και το «Σύμπτωμα», άλλαξαν πάρα πολύ μέχρι να φτάσουν στην τελική τους μορφή. Εδώ το σενάριο έμεινε πολύ πιστό σε αυτό που ήταν εξαρχής. Εννοείται πως δουλεύτηκαν πολλές εκδοχές και στο μοντάζ κάποια πολύ βασικά του στοιχεία άλλαξαν ή έφυγαν. Αλλά με έναν ήπιο και όχι δραστικό τρόπο, όπως συνέβη στις δυο προηγούμενες ταινίες. Και όχι τυχαία. Ίσως επειδή είναι μια ταινία στην οποία από την αρχή ήθελα να πειραματιστώ με κάτι πολύ αφηγηματικό, δηλαδή κάτι που θα έχει ταυτόχρονα μια κλασική αφήγηση μαζί με το δικό μου σύμπαν, τις δικές μου εικόνες, τον δικό μου κόσμο. Για αυτό ίσως και να έμεινα αυτή τη φορά πιστός στο αρχικό σενάριο που γράψαμε με τον Σπύρο Κρίμπαλη. Τώρα, σχετικά με τον αρχικό τίτλο, ήταν ένας τίτλος εργασίας που κόλλησε στην ταινία, αλλά ξέραμε πάντα ότι θέλαμε να τον αλλάξουμε. Και νομίζω ότι ο νέος δίνει ένα ενδιαφέρον στίγμα, γιατί περικλείει μια αντίφαση για την οποία μιλάει και η ίδια η ταινία. Μιλάει για τη ροή ενός ποταμού, για αυτό δηλαδή που κατεξοχήν ρέει, το οποίο όμως είναι ακίνητο. Είναι ακίνητο γιατί είναι παγωμένο μεν, αλλά όχι μόνο για αυτό. Εκφράζει ενδεχομένως και την προσήλωση των δύο ηρώων σε ακινητοποιημένες αντιλήψεις και ιδέες.

 

ΓΚ: Πες μου λίγο για τους δύο ήρωες. Είναι ένα ζευγάρι το οποίο βρίσκεται στη Ρωσία. Και κάτι συμβαίνει.

 

ΑΦ: Είναι δυο Έλληνες οι οποίοι έχουν πάει σε αυτό το ιδιαίτερο μέρος, τη Σιβηρία, εξαιτίας του επαγγέλματος του Πέτρου, και εκεί έρχονται αντιμέτωποι με ένα γεγονός που τους ξεπερνά. Τη μη εξηγήσιμη εγκυμοσύνη της Άννας. Αν και πρόκειται για ένα ζευγάρι που αγαπιέται πάρα πολύ και έχει έναν πολύ ισχυρό δεσμό, από τότε που έφτασαν στο μέρος αυτό έχουν σταματήσει να κάνουν έρωτα. Για αυτό και το ανεξήγητο της εγκυμοσύνης. Με αφορμή, λοιπόν, αυτό το μη εξηγήσιμο, οι δύο ήρωες προσπαθούν να βρουν έναν τρόπο να χτίσουν μια βάση, να πατήσουν κάπου και να καταφέρουν να νοηματοδοτήσουν αυτό το άγνωστο. Και ο καθένας βρίσκει έναν διαφορετικό δρόμο μέσα σε αυτό. Η σύγκρουση αυτών των διαφορετικών αντιλήψεων είναι και το βασικό θέμα της ταινίας.

 

ΓΚ: Τι σε κινητοποίησε ώστε να αφηγηθείς αυτή την ιστορία; Τι σημαίνει για εσένα; Γιατί, πέρα από την ιστορία του ζευγαριού, υπάρχει και μια παράλληλη ιστορία που τρέχει την ίδια στιγμή, πιο πολιτική και ευρύτερη.

 

ΑΦ: Με έναν περίεργο τρόπο, η ταινία ξεκίνησε ως αρχική σύλληψη την περίοδο που ξεκινούσε η κρίση. Τώρα αυτό που σου λέω είναι κάτι που δεν αποτελεί τον πυρήνα του «γιατί», απλώς σου λέω τον συναισθηματικό πυρήνα για το πώς ξεκίνησε όλο αυτό. Εκείνη την εποχή η σχέση που είχα εγώ και όλοι γύρω μου με αυτό που συνέβαινε ήταν λίγο σαν να βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι που δεν ήταν εξηγήσιμο -στην «πολύ» αρχή τουλάχιστον-, κάτι πάρα πολύ μεγάλο, μπροστά στο οποίο ένιωθες δέος. Μετά αρχίσαμε να το εξηγούμε, βέβαια. Αλλά στην αρχή είχες αυτό το συναίσθημα της αδυναμίας απέναντι σε κάτι πολύ μεγάλο. Αυτό ως προς το συναισθηματικό ερέθισμα: τι κάνουμε όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με κάτι το οποίο μας ξεπερνά και δεν μπορούμε πραγματικά να εξηγήσουμε; Αυτό, λοιπόν, ήταν ένα έναυσμα. Ταυτόχρονα, κάτι ακόμα που με ενδιέφερε τρομερά ήταν να μιλήσω για μια σχέση δύο ανθρώπων και για το πώς μπορούν ή όχι να συνυπάρξουν. Τι είναι αυτό που τους κάνει να είναι μαζί και τι είναι αυτό που τους κάνει να μην είναι; Δηλαδή, η σύγκρουση δύο υποκειμενικοτήτων, στην προσπάθειά τους να συνυπάρξουν. Οπότε αυτές οι δύο βάσεις, που ήταν πολύ προσωπικές, ήρθαν και έδωσαν το έναυσμα για να ειπωθεί αυτή η αρχική ιστορία. Σαφώς υπάρχει και μια πολιτική πλευρά και μια πολιτική ανάγνωση της ταινίας, γιατί, παράλληλα με τη κεντρική υπόθεση που αναφέραμε, υπάρχει και η ιδέα ότι σε αυτό το μέρος βρίσκεται ένα εργοστάσιο το οποίο μολύνει την περιοχή. Για να σωθεί η πόλη από τη μόλυνση, θα χρειαστεί να γίνει μια εκτροπή ενός ποταμού. Το ποτάμι, όμως, αυτό περνάει μέσα από μια εκκλησία. Έτσι, αν αλλάξει θέση ο ποταμός, θα στερέψει η πηγή της εκκλησίας, που θεωρείται ιερή από τους κατοίκους της πόλης. Τίθεται, λοιπόν, και ένα θέμα, μια σύγκρουση σε ένα επίπεδο πέρα από το διαπροσωπικό των δύο ανθρώπων, σε ένα πιο κοινωνικό επίπεδο. Διότι, ναι μεν, είναι πολύ ορθολογικό να κάνεις την εκτροπή του ποταμού για χίλιους λόγους, αλλά, από την άλλη, πώς μπορείς να επιβάλεις την άποψή σου σε ανθρώπους οι οποίοι την αρνούνται απόλυτα; Και αυτό έχει μια πολιτική διάσταση.

 

ΓΚ: Και είναι ενδιαφέρον πώς το συνδέεις με την αρχή της κρίσης, γιατί και στην ταινία η απόφαση για την εκτροπή του ποταμού, παρότι αφορά το καλό των ανθρώπων που ζουν στην περιοχή, άσχετα από τις πεποιθήσεις τους, είναι μια απόφαση που παίρνεται από μια επιτροπή ερήμην των ανθρώπων τους οποίους αφορά. Οπότε, ακόμα κι αν κάτι είναι τυπικά για το καλό τους, άσχετα αν για ηθικούς λόγους το θεωρούν λάθος, τίθεται το θέμα τού κατά πόσο είναι θεμιτό ή ηθικό να αποφασίζεται σε ένα κλειστό δωμάτιο το τι θα γίνει με τη ζωή μιας κοινότητας.

 

ΑΦ: Ακριβώς. Και ταυτόχρονα είναι το ίδιο πράγμα, μια μεταφορά, για αυτό που συμβαίνει τελικά και στο ίδιο το ζευγάρι.

 

ΓΚ: Πες μου λίγο για τα γυρίσματα. Προφανώς, μια ταινία που είναι σε development και pre-production για οκτώ χρόνια έχει περάσει από πολλά στάδια. Ξέρω ότι το γύρισμα έγινε σπαστά, μέσα σε δύο χειμώνες, για λόγους καιρού και για άλλους λόγους, που είχαν να κάνουν με την παραγωγή. Πες μου λίγο πώς ήταν εκεί, πώς ήταν οι συνθήκες στη Λετονία και τη Ρωσία και η συνεργασία με αυτό τον κόσμο.

 

ΑΦ: Κοίταξε, ευτυχώς ενδιαμέσως, από την αρχή της ταινίας μέχρι τα γυρίσματά της και την έξοδό της, υπήρξε το «Σύμπτωμα». Δηλαδή γύρισα ακόμα μία ταινία, ακριβώς επειδή αργούσε πολύ η χρηματοδότηση, η οποία έπεσε και μέσα στην κρίση, κάτι που το έκανε ακόμα πιο δύσκολο. Έτσι κι αλλιώς, θα ήταν δύσκολο να χρηματοδοτηθεί μια τέτοια ταινία με αυτά τα θέματα και αυτή την προβληματική. Επειδή δεν είναι μια συνηθισμένη προβληματική, δεν είναι αυτό που περιμένει ένα εργαστήρι σεναρίου ή μια επιτροπή να δει.

 

ΓΚ: Σε καμιά περίπτωση.

 

ΑΦ: Το θετικό ήταν ότι πέσαμε σε ανθρώπους, ως προς τις συνεργασίες, και στη Λετονία και στη Ρωσία, χωρίς τους οποίους δεν θα γινόταν ποτέ η ταινία. Και αυτό αποτελούσε μεγάλο άγχος μου, γιατί ξέρω τι μπορεί να σημαίνει μια ευρωπαϊκή συμπαραγωγή με ένα συνεργείο πολυεθνικό, που καταλήγει να κάνει μια ευρωπαϊκή «σούπα», ας πούμε. Εδώ από άποψη συνεργασιών δεν συνέβη καθόλου. Καταφέραμε να συνεννοηθούμε 100%, Έλληνες, Γάλλοι, Ρώσοι, Λετονοί, και να προκύψει ένα πολύ δημιουργικό πράγμα - με πολλές αντιθέσεις μέσα στο γύρισμα σίγουρα, γιατί, ξέρεις, ο καθένας έρχεται από μια διαφορετική κινηματογραφική κουλτούρα, διαφορετική παράδοση του πώς γίνεται το σινεμά, και πρέπει αυτές οι παραδόσεις να συνυπάρξουν κάπως, κάτι το οποίο έχει μια δυσκολία. 

Τώρα, τα γυρίσματα προφανώς ήταν πάρα πολύ δύσκολα, με την έννοια ότι μιλάμε για συνθήκες απίστευτου κρύου, πολλές φορές στους -30ο C και με μια επιδίωξη του κακού καιρού, γιατί αυτό ήθελε η ταινία έτσι κι αλλιώς. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που πήγαμε και δεύτερη χρονιά για γυρίσματα, γιατί εμείς θέλαμε χιόνια, συννεφιές κ.λπ. και όταν φτάσαμε στη Λετονία δεν υπήρχε χιόνι.

 

ΓΚ: Για πρώτη φορά, νομίζω, ύστερα από πολλά χρόνια...

 

ΑΦ: Ναι, και έπρεπε να πάμε την επόμενη χρονιά.

 

ΓΚ: Πάντως, σκεφτόμουν, όλα αυτά τα χρόνια που συζητάμε για αυτή τη δουλειά, ότι, ενώ ήταν κάτι που πήγαινε κάπως αργά για πολύ καιρό, κάποια στιγμή άρχισε να τρέχει πιο κανονικά και συστηματικά. Από όταν ανέλαβαν τα παιδιά από την Heretic (σ.σ.: η εταιρεία παραγωγής της ταινίας), κάπως μπήκαν τα πράγματα γρήγορα σε μια σειρά. Εννοώ για μια τόσο μεγάλη ταινία.

 

ΑΦ: Ναι, ουσιαστικά, όταν πρωτοξεκίνησε η δουλειά με την Heretic, άρχισαν τα πράγματα να τρέχουν σε μια πιο «κανονική» βάση, παίρνοντας και ρίσκα. Γιατί πήραν ρίσκα όταν πήραμε την απόφαση να πάμε για γύρισμα, μην έχοντας ολοκληρώσει τη χρηματοδότηση έτσι όπως θα θέλαμε. Ήταν ένα μεγάλο ρίσκο το γεγονός ότι η ταινία ήταν τόσο απαιτητική από πλευράς γυρισμάτων, κόστους, ταξιδιών... Γιατί είναι όλη μια ταινία εκτός έδρας και προφανώς μιλάμε για ένα πολύ απαιτητικό πρότζεκτ.

 

ΓΚ: Και με ένα συνεργείο που ήταν κατά κύριο λόγο ξένο, έτσι;

 

ΑΦ: Ναι. Οι Έλληνες ήμασταν ελάχιστοι. Αν εξαιρέσεις την Κάτια και τον Αντρέα, τους δύο βασικούς ηθοποιούς δηλαδή, τον Δημήτρη Αποστόλου, τον βοηθό σκηνοθέτη, τον Πετράκη στο steady-cam και τους Κοντοβράκη-Καρναβά, όλο το υπόλοιπο συνεργείο ήταν από εκεί. Και από τη Γαλλία.

 

ΓΚ: Ανέφερες το «Σύμπτωμα» και ήθελα να σε ρωτήσω για αυτό. Είναι μια ταινία που έκανες πάρα πολύ γρήγορα, ανάμεσα στο «Μέσα στο Δάσος» και το «Ακίνητο Ποτάμι». Ήταν μια ιδέα που ήρθε σχετικά ξαφνικά και αμέσως ξεκίνησε επί της ουσίας να στήνεται και μια διαδικασία παραγωγής σχεδόν παράλληλα με τη γραφή του σεναρίου. Κατ’ αρχάς, ήθελα να σε ρωτήσω αφενός τι σε κινητοποίησε να κάνεις μια ταινία έτσι, δηλαδή σε ακραία guerilla κατάσταση. Και αφετέρου τι κέρδισες από την εμπειρία αυτή και κατά πόσο διαμόρφωσε τον τρόπο που προσέγγισες και το «Ακίνητο Ποτάμι» όταν ήρθε η ώρα τελικά;

 

ΑΦ: Το «Σύμπτωμα» κατ’ αρχήν γεννήθηκε από την επιθυμία. Αισθάνθηκα ότι δεν γίνεται να περιμένω οκτώ χρόνια για να κάνω μια ταινία. Ταυτόχρονα, με ένα τρελό πείσμα, και ερήμην όλων των προσδοκιών και προβλέψεων, η ταινία έγινε χάρη σε όλους εσάς που δουλέψατε και την πιστέψατε. Αλλά η ουσία είναι πως ήταν το ακριβώς αντίθετο από το «Ακίνητο Ποτάμι». Και εμένα μου αρέσουν αυτά, μου αρέσει να κάνω πράγματα που είναι σε διαφορετικά όρια, γιατί βαριέμαι να κάνω το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά. Οπότε ήταν τρομερά ζωογόνο όλο αυτό: το ότι έκανα την ταινία, το ότι μπήκα σε μια ροή άλλη, με τελείως διαφορετικό κινηματογραφικό ύφος, με κάποια πράγματα κοινά, βαθιά θεματικά, αλλά καμία σχέση ως προς το κινηματογραφικό στιλ και την αφήγηση. Σίγουρα μου «έδωσε» το γεγονός ότι έκανα μια ταινία χωρίς τη βοήθεια κανονικής παραγωγής και την έτρεξα από την αρχή μέχρι το τέλος μόνο συνεργατικά. Αυτό είναι σίγουρα κάτι το οποίο μου έδωσε δύναμη και γνώση για να αντιμετωπίσω το οτιδήποτε.

 

ΓΚ: Και μια δύσκολη ταινία. Μια ταινία που, για το παραγωγικό της μέγεθος, έχει μια δυσκολία περίπου αντίστοιχη με το «Ποτάμι», με την έννοια ότι είναι μια ταινία χωρίς λεφτά που έγινε σε δύο νησιά, στην Αθήνα, με πέντε ανθρώπους συνεργείο και πάρα πολλές απαιτήσεις σε χώρους κ.λπ. Σαν να ήταν και μια προθέρμανση με έναν τρόπο.

 

ΑΦ: Ναι, και έχει πλάκα, γιατί είναι μια ταινία λίγο μεταιχμιακή ανάμεσα στο «Δάσος» και το «Ποτάμι».

 

ΓΚ: Είναι, σίγουρα. Είναι σαν να φτιάχνεις έναν δρόμο προς την αφήγηση: από την αφαίρεση και τον ιμπρεσιονισμό του «Δάσους» είναι σαν να χτίζεις έναν δίαυλο επικοινωνίας προς κάτι πιο κλασικό, ας πούμε.

 

ΑΦ: Και νομίζω ότι αυτός ήταν και ο λόγος που η ταινία δεν μπόρεσε να αγγίξει ένα μεγάλο κομμάτι ανθρώπων, ενδεχομένως επειδή δεν μπορούσαν να την κατατάξουν. Αυτό το πρόβλημα έχουν όλες μου οι ταινίες λίγο-πολύ. Δηλαδή, με εξαίρεση ίσως το «Μέσα στο Δάσος», που κι εκεί βέβαια πάλι ακροβατούσα ανάμεσα στον καθαρό πειραματισμό και την ελάχιστη αφήγηση.

 

ΓΚ: Και σίγουρα έναν πολύ έντονο συναισθηματισμό.

 

ΑΦ: Ναι, οπότε και εκεί ακόμα. Μάλλον είναι ένα πρόβλημα ταυτότητας δικής μου που δεν μπορώ να ορίσω. Ή, μάλλον, το ότι η ταυτότητά μου είναι τέτοια που ακουμπάει σε πολύ διαφορετικά πράγματα και, άρα, αυτό που με ενδιαφέρει είναι πάντα στα όρια των πραγμάτων και δεν με ενδιαφέρουν τα τόσο καθαρά πράγματα. Δηλαδή, ακόμα και αυτή η ταινία τώρα, το «Ακίνητο Ποτάμι», που θεωρητικά είναι μια κλασική αφήγηση, πάλι είναι μια ταινία ιδωμένη με ιδιαίτερους όρους.

 

ΓΚ: Πάντως, υπάρχει κάτι κοινό σε όλες αυτές τις ταινίες, ακόμα και στο «Το Όνειρο του Σκύλου» θα έλεγα. Σαν να είναι στημένες σε μια διαδικασία αναζήτησης. Δηλαδή, είτε σε μια αναζήτηση νοήματος είτε σε μια αναζήτηση για κάτι μεγαλύτερο ή πιο υπερβατικό.

 

ΑΦ: Σίγουρα ισχύει αυτό. Γιατί για μένα το ενδιαφέρον ποιο είναι; Όταν κάνεις μια ταινία, το ενδιαφέρον είναι να κάνεις και μια έρευνα, η οποία σου ανοίγει κάπως το πεδίο της συνείδησης. Αλλιώς, τι νόημα έχει να κάνεις ταινίες; Καθόμαστε και γαμιόμαστε να κάνουμε μια ταινία, χωρίς να βγάλουμε μία, όλα αυτά τα χρόνια με όλο αυτό τον τεράστιο κόπο... Για ποιον λόγο το κάνεις, αν δεν σε ανοίγει και ως άνθρωπο, ως συνείδηση; Οπότε, ναι, για μένα κάθε ταινία είναι μια αναζήτηση και η αναζήτηση αυτή είναι μέρος της ίδιας της ταινίας, αφού αποτυπώνεται και μέσα στη φόρμα της.

 

ΓΚ: Και είναι και ένας πολύ διαφορετικός τρόπος από το πώς δουλεύει το ευρωπαϊκό, τουλάχιστον, κινηματογραφικό σύστημα αυτήν τη στιγμή. Που κάπως παράγει, ζητάει και στηρίζει λίγο πιο συγκεκριμένα πράγματα. Δηλαδή, κάπως πιο καθαρές γραμμές στην αφήγηση, πιο «μηνυματικού» τύπου ταινίες. Όχι αποκλειστικά, αλλά κατά κύριο λόγο. 

 

ΑΦ: Κοίταξε, νιώθω ότι τα πράγματα, δυστυχώς, γίνονται όλο και πιο περιχαρακωμένα. Και λόγω της έλλειψης χρημάτων γενικώς, σε όλη την Ευρώπη. Οι arthouse ταινίες αναγκάζονται να γίνουν όλο και πιο πολύ μέσα σε δομές όπου είναι όλοι ασφαλείς: ότι κάτι θα γίνει με αυτό το αποτέλεσμα, κάτι θα κάνει, θα πάει σε φεστιβάλ, θα έχει μια πορεία προδιαγεγραμμένη, διότι η ταινία έχει κάποιες σταθερές, πατάει σε κάποια πράγματα που ξέρεις ότι μπορούν να λειτουργήσουν. Μπορούν να λειτουργήσουν στους προγραμματιστές των φεστιβάλ, μπορούν να λειτουργήσουν σε αυτούς που θα αγοράσουν την ταινία κ.λπ. Ταινίες οι οποίες είναι UFO, γιατί είναι λίγο UFO οι ταινίες αυτές που κάνουμε, είναι πολύ πιο δύσκολο να βρουν το πάτημά τους στην αγορά.

 

ΓΚ: Τώρα, στο «Ακίνητο Ποτάμι» στήνεις μια ξεκάθαρη σύγκρουση ανάμεσα στην πίστη και τη λογική. Το τέλος της ταινίας είναι θεωρητικά ανοιχτό, αν και εγώ προσωπικά πιστεύω πως παίρνει μια πολύ ξεκάθαρη θέση πάνω στη σύγκρουση αυτή. Αλλά θέλω να μου πεις και εσύ πώς στέκεσαι απέναντι τόσο στην πίστη όσο και στη λογική. Και αν υποθέσουμε ότι οι δύο αυτές έννοιες αποτελούν ξεχωριστά συστήματα με δικούς τους κανόνες και όρια, μπορεί μια έννοια όπως η ελευθερία να πραγματωθεί μέσα σε αυτά ή είναι κάτι που τα υπερβαίνει; Γιατί νομίζω πως η ταινία τελικά αφορά αυτό.

 

ΑΦ: Τι εννοείς ελευθερία;

 

ΓΚ: Ίσως κάτι που λειτουργεί πάνω από την πίστη, πάνω από τη λογική, που δεν λαμβάνει υπ’ όψιν κάτι από όλα αυτά ή τα έχει ενσωματώσει και τα δύο σε τέτοιον βαθμό, που μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα πλέον.

 

ΑΦ: Κατ’ αρχάς, έχεις αυτά τα δίπολα, δηλαδή από τη μία επιστήμη, ορθολογισμό, διαφωτισμό, όλη αυτή η παράδοση και το σύστημα που έρχεται από αυτήν τη δυτική αξιακή πλευρά, και από την άλλη τη σύγκρουσή του με ένα δόγμα θρησκευτικό. Όταν μιλάμε για πίστη στην ταινία, για αυτό μιλάμε. Ουσιαστικά, δηλαδή, μιλάμε για δύο ανθρώπους που ψάχνουν ένα περιβάλλον που θα μπορέσει να τους εξηγήσει αυτό που συμβαίνει, ακόμα και ανορθολογικά, δηλαδή μέσα από την πίστη, ώστε να πλαισιωθεί αυτή η εμπειρία. Το να πεις, για παράδειγμα, ότι αυτό είναι ένα «θαύμα» το βάζει σε ένα πλαίσιο που του δίνει ταυτόχρονα και έναν σκοπό. Όπως αντίστοιχα κι ένα ορθολογικό πλαίσιο υποδεικνύει έναν σκοπό.

Υπό αυτή την έννοια, αυτά τα δίπολα, κατά τη γνώμη μου, είναι ψευδή, ακόμα και αν πάνω τους έχει χτιστεί ολόκληρος ο πολιτισμός μας. Η αγωνιώδης αυτή σύγκρουση, που είναι και τρομερά επίκαιρη, ανάμεσα σε μια ορθολογική, ας πούμε, νεο-βαρβαρότητα και αντίστοιχα μια βαρβαρότητα του θρησκευτικού φανατισμού -γιατί και τα δύο μπορούν να καταλήξουν με διαφορετικό τρόπο στη βαρβαρότητα- δείχνει, νομίζω, την τρομερή ανάγκη που υπάρχει στον κόσμο να πιαστεί από κάπου.

ΓΚ: Υπάρχει, τελικά, ανάγκη από πλαίσια. Όχι συγκεκριμένα για κάποιο από τα δύο...

 

ΑΦ: Ακριβώς, υπάρχει ανάγκη από πλαίσια, γιατί πρέπει ο άνθρωπος να πατήσει κάπου, κάπως να εξηγήσει αυτό που του συμβαίνει, αυτήν τη ζωή. Αλλά αυτό είναι το υπέροχο με τη ζωή, ότι είναι κάτι πιο μεγάλο, το οποίο συνεχώς ξεγλιστράει από οποιοδήποτε σύστημα προσπαθεί να της προσδώσει αλήθεια, απόλυτη αλήθεια. Να πει, δηλαδή, ότι «αυτό είναι». Άρα, για μένα το ενδιαφέρον είναι ότι όλα αυτά τα ερωτήματα, τα οποία είναι υπαρξιακά από τη γέννηση της ανθρώπινης φύσης και του ανθρώπινου νου, παραμένουν μέχρι σήμερα πολύ επίκαιρα και σίγουρα ενδιαφέροντα να τα αντιμετωπίσεις. Αυτός είναι κάπως ο στόχος της ταινίας, κάνοντάς το, όμως, σε ένα πλαίσιο καθαρής αφήγησης.

 

ΓΚ: Το ωραίο, πάντως, και με το τέλος της ταινίας, χωρίς να θέλω να κάνω κάποιο spoiler, είναι ότι τελικά βρίσκεις την αλήθεια σε κάτι πάρα πολύ απλό, σε κάτι που μπορείς να το πεις και αντι-λογικό και αντι-θρησκευτικό με έναν τρόπο. Ή, μάλλον, δεν χρειάζεται να του βάλεις «αντί» μπροστά... Είναι κάτι πολύ απλό και καθαρό, τελικά, αυτό στο οποίο καταλήγει η ταινία, που έχει ενδιαφέρον. Και είναι μια πολύ γενναία στάση στη σημερινή εποχή, όπου υπάρχει αυτή η σχεδόν βίαιη ροπή προς τη λογική. Μου φαίνεται, λοιπόν, πολύ ενδιαφέρον ότι πας πίσω σε κάτι πολύ ουσιώδες και βασικό, τελικά, στην ταινία. Πες μου λίγο πώς δουλεύεις γενικά με τους ηθοποιούς. Από το «Δάσος» και μετά, βλέπω ότι έχει αλλάξει ο τρόπος που δουλεύεις. Υπάρχει πολύ έντονη σωματικότητα στις ταινίες, υπάρχει μια υπαρξιακή αναζήτηση που φαίνεται στην οθόνη, στους ηθοποιούς, στον τρόπο με τον οποίο παίζουν κ.λπ.

 

ΑΦ: Σε κάθε ταινία, έτσι και αλλιώς, ο τρόπος προσέγγισης της υποκριτικής δουλειάς δεν μπορεί να είναι ο ίδιος. Κάθε ταινία έχει τις δικές της απαιτήσεις, γιατί έχει το δικό της κινηματογραφικό ύφος. Και οι ταινίες αυτές, όπως λέγαμε και πριν, έχουν η καθεμία ένα άλλο ύφος, παρότι κάτι τις συνδέει, που προφανώς είναι το δικό μου σύμπαν. Στην ταινία αυτή υπήρχε κάτι δύσκολο που έπρεπε να δημιουργήσουμε και να ξεπεράσουμε, όπως το να χτίσουμε το ζευγάρι - και η δυσκολία ήταν μεγάλη για πολλούς λόγους. Από τη μια, εγώ είμαι ζευγάρι με την Κάτια, οπότε αυτό κάνει ήδη ένα περίεργο πράγμα στο τρίγωνο δύο ηθοποιοί και ένας σκηνοθέτης, όπου για τον καθένα είναι δύσκολο και με διαφορετικό τρόπο. Ήταν μια πολύ ουσιαστική υπαρξιακή αναζήτηση και των τριών μας πάνω στο τι μπορεί να σημαίνει ένα ζευγάρι και με τι μπορεί να έρχεται αντιμέτωπο. Οπότε ένα πράγμα πολύ βασικό ήταν να χτίσουμε μια κοινή βάση εμπιστοσύνης. Αυτή η δουλειά έγινε με πολλές πρόβες. Όχι, όμως, πρόβες πάνω στις γραμμένες σκηνές, αλλά μέσα από πιο βιωματικούς αυτοσχεδιασμούς, ώστε κατ’ αρχήν να χτίσουμε το παρελθόν του ζευγαριού και το πώς αυτοί οι δυο έχουν συνυπάρξει πριν. Να βρούμε πού πραγματικά ακουμπάνε οι ταυτότητες των ηρώων. Και αυτό με διάφορους τρόπους, προσωπικές συνεντεύξεις, ημερολόγια ηρώων, συνειρμικά κείμενα με βάση εικόνες κ.λπ. Η σχέση έπρεπε να χτιστεί από πολλές πλευρές για να φτάσουμε στο σημείο κάποια στιγμή να αρχίσουμε να κάνουμε πρόβες το ίδιο το κείμενο, πέρα από την ανάλυση του σεναρίου.

 

ΓΚ: Πώς προσέγγισες εικαστικά την ταινία; Υπάρχει στην κάμερα μια αίσθηση συνεχούς κίνησης και παράλληλα μια έντονη εγγύτητα -που είναι και πολύ συγκινητική πολλές φορές- στα πρόσωπα των ηθοποιών, ακόμα και στους μικρούς ρόλους. Και υπάρχει και μια σχεδόν επική αίσθηση σε αυτή την ιστορία, μια διάθεση ότι αυτό που βλέπουμε είναι κάτι πραγματικά τεράστιο και μεγάλο.

 

ΑΦ: Αυτό το μεγάλο που λες προκύπτει και μόνο από την επιλογή των χώρων και του να γυριστεί εκεί και με αυτή την οπτική. Δηλαδή, από το ότι υπάρχει ένα τεράστιο μέγεθος, το οποίο σου προκαλεί αυτό το δέος που λέγαμε πιο πριν. Η επιλογή, δηλαδή, του να είναι σε πόλεις στη Σιβηρία που να εκπέμπουν πραγματικά το δέος που εκπέμπει όλος ο κομμουνισμός. Μια υπερβατικότητα αρχιτεκτονικά, κάτι τεράστιο που προσπαθεί να σου επιβληθεί. Οπότε, αυτή ήταν και η αντιμετώπιση των τεράστιων, των ανοιχτών κάδρων και των τοπίων, σε αντίθεση με τα κλειστά πλάνα στα πρόσωπα, που έχουν στόχο να ρουφήξουν την εσωτερικότητα των ηρώων. Αυτό που λες για την κίνηση, η ιδέα ήταν η ταινία να έχει μια κίνηση που να μη μοιάζει ούτε με κίνηση με ράγες ούτε με κίνηση με steady-cam - να είναι κάτι ενδιάμεσο. Για αυτό και κάναμε μια ολόκληρη δουλειά και με τον Γιώργο Πετράκη στο steady-cam. Η ταινία είναι γυρισμένη με steady-cam, απλώς είναι φιλμαρισμένη με έναν τρόπο που πολλές φορές μοιάζει σαν να μην είναι steady-cam, σαν να είναι σε ράγες. Η ιδέα ήταν να υπάρχει μια αίσθηση σχεδόν παρακολούθησης, σαν κάτι το οποίο ρέει ανάμεσα στα πρόσωπα και τα τοπία, το οποίο δεν ξέρεις τι είναι. Σαν κάτι να κοιτάει συνέχεια, χωρίς να ξέρεις τι. Αυτή η αίσθηση, νομίζω, συνέτεινε πολύ σε αυτή την ατμόσφαιρα του υπερβατικού που υπάρχει στην ταινία. Που δεν ξέρεις τι είναι αυτό που παρακολουθεί - σαν κάτι να παραμονεύει συνέχεια, το οποίο δεν ξέρεις τι είναι.

 

ΓΚ: Όντως, η κάμερα έχει την ιδιότητα μίας ακόμα οντότητας μέσα στην ταινία. Μπορεί να είναι κάτι θείο, ας πούμε, αλλά μπορεί να είσαι και εσύ. Η δική σου η ματιά ή η θέση που ο θεατής πρέπει να πάρει. Δηλαδή, κινείται ανάμεσα σε καταστάσεις και σε πρόσωπα με έναν τρόπο που σχεδόν τα επηρεάζει με την κίνησή της.

 

ΑΦ: Είναι σαν να αναζητά και εκείνη κάτι. Μου άρεσε αυτό που είπες πριν για την αναζήτηση. Ίσως τελικά, ναι, να είναι ένας πολύ βασικός άξονας στις ταινίες μου η αναζήτηση.