Cineuropa > Συνεντεύξεις > Άρης Σερβετάλης

Menu.png

Η αδράνεια σαν η μόνη αλήθεια

Άρης Σερβετάλης

 

Συνέντευξη

Γιώργος Μιχαλόπουλος

Ο πρωταγωνιστής της ταινίας «The Waiter», της πρώτης κινηματογραφικής απόπειρας του Στηβ Κρικρή, μιλάει στο Cineuropa για τη θεοποίηση της ρουτίνας, το «παιχνίδι» της υποκριτικής και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο ελληνικός κινηματογράφος.

Φωτογραφίες:

© Μαργαρίτα Νικητάκη

Ο Άρης Σερβετάλης είναι μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις Ελλήνων ηθοποιών που το κλισέ «δεν χρειάζεται συστάσεις» φαντάζει αληθινό. Ήρθε στο προσκήνιο σαρώνοντας τα πάντα με την παρουσία του στο «Είσαι το ταίρι μου», αποτραβήχτηκε από τη δημοσιότητα για περίπου δύο χρόνια και επέστρεψε για να καθιερωθεί, αν όχι ως ο κορυφαίος ηθοποιός της γενιάς του, σίγουρα ως ο πιο ανήσυχος. Έχοντας μάλλον καταλήξει πως η σωματικότητα μπορεί να κάνει ισχυρότερη την αφήγηση πάνω στο σανίδι, με βασικό του εργαλείο την κίνηση, καθήλωσε κοινό και κριτικούς στο «2» του Δημήτρη Παπαϊωάννου, ξεπέρασε τα όριά του στην 24ωρη περφόρμανς του Γιάννη Κακλέα που βασίστηκε στο «Μερσιέ και Καμιέ» του Σάμιουελ Μπέκετ, ενώ με την καθοδήγηση του ίδιου σκηνοθέτη πήρε το Βραβείο Κοινού του «Αθηνοράματος» για την ερμηνεία του στον ρόλο του Άλεξ, του πρωταγωνιστή του κορυφαίου έργου του Άντονι Μπέρτζες «Το Κουρδιστό Πορτοκάλι». Από το 2013 και μετά, μαζί με την Έφη Μπίρμπα, έφτιαξε την ομάδα Res Ratio Network, με την οποία παρέδωσε μια σειρά ιδιαίτερων παραστάσεων, με αφετηρία τον «Σωσία» του Ντοστογιέφσκι και κορύφωση τη ματιά τους σε ένα και μόνο κεφάλαιο από το δίτομο έργο του Θερβάντες «Δον Κιχώτης».

Αφορµή για τη συνάντησή µας ήταν το «The Waiter», το σκηνοθετικό ντεµπούτο του Στηβ Κρικρή, που βγαίνει στους κινηµατόγραφους στις 4 Απριλίου. Το φιλµ είναι ένα υπαρξιακό νεο-νουάρ µε ιδιαίτερη ατµόσφαιρα -χάρη και στην υπέροχη µουσική του Coti K.- που εστιάζει στον χαρακτήρα του Ρένου, τον οποίο υποδύεται ο Άρης Σερβετάλης. Ο πρωταγωνιστής είναι ένας µοναχικός άνθρωπος που ζει σε µια άχρονη Αθήνα και εργάζεται σε ένα παρακµιακό ζαχαροπλαστείο του κέντρου. Ο Ρένος ακολουθεί ένα αυστηρό πρόγραµµα στην καθηµερινότητά του, µια ρουτίνα που δεν αλλάζει ποτέ, είτε απευθύνεται στο ζευγάρι που επισκέπτεται καθηµερινά το µαγαζί κάνοντας την ίδια παραγγελία είτε επιστρέφοντας στο σπίτι, όπου εξασκεί το µοναδικό του χόµπι, τη ζωγραφική. Όταν εξαφανίζεται ο γείτονάς του, ο Μιλάν, ο µικρόκοσµός του διαρρηγνύεται, αφού τώρα πρέπει να πάρει θέση.

 

C: Πότε ξεκινάει η γνωριµία σου µε τον Κρικρή και πώς προέκυψε η συνεργασία σας;

 

Άρης Σερβετάλης: Ο Στηβ είχε έναν µικρό ρόλο στην «Κινέττα», την ταινία που είχαµε κάνει µε τον Γιώργο Λάνθιµο το 2005. Ήταν ο µπάρµαν στο ξενοδοχείο, αν θυµάσαι. Ήταν µια πολύ ωραία φιγούρα και είχαµε πει δυο-τρεις κουβέντες. Μέχρι το 2013 πρέπει να είχαµε ξανασυναντηθεί µία-δύο φορές και αυτό ήταν όλο. Το 2013, λοιπόν, είχαµε ανεβάσει τον «Σωσία» του Ντοστογιέφσκι στο θέατρο Ροές -σε σκηνοθεσία της Έφης Μπίρµπα- και είχε έρθει να το δει. Με είχε προσεγγίσει για το πρότζεκτ, όταν ήταν κάτι που επεξεργαζόταν, δεν το είχε ξεκινήσει ακόµα. ∆ιαπιστώσαµε πως υπήρχαν κάποιες συγγένειες µεταξύ του Γκολιάτκιν και του Ρένου, του ρόλου που παίζω στον «Σερβιτόρο». Η καθηµερινότητά τους έχει πολλά κοινά στοιχεία. Μου εξήγησε την ιστορία και µου άρεσε πολύ το πώς την παρουσίασε. Είναι κάτι που µου αρέσει γενικά, ο τρόπος που ο σκηνοθέτης περιγράφει αυτό που θέλει να κάνει στην πρώτη µας συνάντηση. Ήταν σίγουρα σηµαντικό ότι είχαµε βρεθεί στην «Κινέττα» και µου άρεσε σαν τύπος, οπότε συµφώνησα να προχωρήσουµε.

 

C: Ήταν ολοκληρωµένο το σενάριο όταν κάνατε αυτήν τη συνάντηση;

 

ΑΣ: Ναι, ήταν. Μάλιστα, ένα σηµαντικό χαρακτηριστικό της ιστορίας είναι πως το κεντρικό γεγονός του «Σερβιτόρου» το είχε βιώσει ο ίδιος στη Νέα Υόρκη. Προφανώς, όσα συµβαίνουν µετά είναι µυθοπλασία. 

 

C: Πώς θα περιέγραφες τον Ρένο;

 

ΑΣ: Ο Ρένος έχει θεοποιήσει τη ρουτίνα. Κάνει συγκεκριµένα πράγµατα σε συγκεκριµένη ώρα, βγαίνει από το σπίτι του κάθε µέρα τη συγκεκριµένη στιγµή, θα πάρει ένα συγκεκριµένο δροµολόγιο για τη δουλειά κ.ο.κ. Κάνει ό,τι χρειάζεται για να έχει τα πάντα υπό έλεγχο. Ουσιαστικά, δεν µπορεί να διαχειριστεί την εσωτερική του κατάσταση και µπαίνει σε µια διαδικασία να τοποθετήσει σε πολύ αυστηρά όρια την καθηµερινότητά του και τη ζωή του. Έτσι ακριβώς ήταν κι ο Γκολιάτκιν. Πολύ σχολαστικός, πολύ ψυχαναγκαστικός. Έµενε στη σιωπή για να ακούσει τους ήχους. Ο ήχος για τον χαρακτήρα του Ρένου στην ταινία επίσης παίζει πολύ σηµαντικό ρόλο. Το ηχητικό τοπίο που έχει στο κεφάλι του είναι πολύ ιδιαίτερο. Αυτά είναι στοιχεία που δείχνουν µια ταύτιση µεταξύ Γκολιάτκιν και Ρένου.

 

C: Η αγάπη του για τη ρουτίνα διατηρείται ανέπαφη µέχρι το σηµείο που το κεντρικό γεγονός της ιστορίας χαλάει αυτήν την ιεροτελεστία της καθηµερινότητας. 

 

ΑΣ: Ακριβώς. Εµφανίζεται µια γυναίκα, η Τζίνα, που την υποδύεται η Κιάρα Τζενσίνι, κι ο Ξανθός, ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει ο Γιάννης Στάνκογλου. Εκεί γίνεται µια µετατόπιση. Μπαίνει στη διαδικασία να πάρει θέση, να πάρει µια πρωτοβουλία, να πάψει να είναι αδρανής. Είναι πολύ σηµαντικό αυτό. Η αδράνεια είναι σαν η µόνη «αλήθεια» για έναν τέτοιον άνθρωπο. ∆εν µπορεί να φύγει εύκολα από το καθηµερινό, το τετριµµένο που κάνει χωρίς σταµατηµό. Όταν συνειδητοποιεί τι έχει συµβεί, το γεγονός αυτό τον ταρακουνάει. ∆εν µπορεί να το διαγράψει απ’ το κεφάλι του, αλλά ταυτόχρονα δεν µπορεί να βγει έξω από αυτό που έχει χτίσει τόσα χρόνια. Υπάρχει µια µεγάλη εσωτερική µάχη για το πώς να µπει σε µια τέτοια διαδικασία. Πιστεύω, όµως, ταυτόχρονα, πως γοητεύεται κάπως απ’ όλο αυτό, απ’ την παρουσία του Ξανθού και της Τζίνας. Θέλει να «δει» αυτούς τους ανθρώπους, είναι κάτι πολύ καινούριο γι’ αυτόν. Γι’ αυτό και τους ακολουθεί και κάνει πράγµατα µαζί τους. Υπάρχουν µερικά πράγµατα που µπορούν να συµβούν στη ζωή σου, στα οποία µένεις αµέτοχος και παρασύρεσαι, έχοντας, όµως, αφήσει µια µικρή πόρτα ανοιχτή, συνειδητά ή ασυνείδητα. Αυτό γίνεται είτε γιατί δεν µπορείς να πάρεις θέση είτε γιατί ενδόµυχα έλκεσαι για κάποιον λόγο από αυτό. Μέχρι που φθάνεις σε ένα σηµείο που λες: ό,τι δεν λύνεται κόβεται. 

C: Το µεγαλύτερο κοµµάτι την ταινίας είναι γυρισµένο στο κέντρο της Αθήνας. Υπήρχε κάποιος επιπλέον συµβολισµός γι’ αυτό;

 

ΑΣ: ∆εν ξέρω, να σου πω την αλήθεια. Νοµίζω, όµως, από τον τρόπο που έχει γυριστεί η ταινία, από τα κάδρα του Στηβ και του Γιώργου Καρβέλα, που κάνει τη φωτογραφία στην ταινία, πως δεν θέλησαν να δείξουν έναν συγκεκριµένο τόπο. Νοµίζω πως θα µπορούσε να είναι οπουδήποτε. Με την ευκαιρία, να πω ότι θυµάµαι πολύ έντονα σε ένα περπάτηµα για τα γυρίσµατα στη Βασ. Σοφίας, τα χαράµατα, να σκέφτοµαι πόσο ιδιαίτερη πόλη είναι η Αθήνα. Έχουν περάσει, βέβαια, δύο χρόνια από τότε.

C: Από τη στιγµή που την τελευταία δεκαετία είσαι τόσο αφοσιωµένος στο θέατρο, αυτή η διαφορά στις χρονικές διάρκειες είναι κάτι έντονο για έναν ηθοποιό; Εννοώ πως εδώ περνάει καιρός µέχρι να δεις το αποτέλεσµα της δουλειάς σου.

 

ΑΣ: Σίγουρα. Ο κινηµατογράφος, όµως, είναι κάτι τόσο διαφορετικό. Έχει τόσο πολύ σηµασία ο σκηνοθέτης και ο µοντέρ. Εσύ µπορεί να έχεις φτιάξει στα γυρίσµατα ένα υλικό, αλλά ο σκηνοθέτης να το ανακατέψει µετά πάρα πολύ, να βγει κάτι άλλο. Και νοµίζω πως κάτι τέτοιο έχει συµβεί και στον «Σερβιτόρο». Μου αρέσει πολύ πώς διαµορφώθηκε το τελικό αποτέλεσµα και, επί της ουσίας, µέχρι να δεις την τελική µορφή δεν νιώθεις πως έχεις ολοκληρώσει το πρότζεκτ. Έχει ενδιαφέρον όλη αυτή η διαδικασία, χρειάζεται µια διαφορετική προετοιµασία, ανάλογα, βέβαια, µε το σενάριο. Κατά τη γνώµη µου, υπάρχουν σενάρια που απαιτούν προετοιµασία όσον αφορά τον χαρακτήρα και άλλα όπου είναι προτιµότερο να µην υπάρχουν καθόλου πρόβες, να πηγαίνεις κατευθείαν για γύρισµα. 

 

C: Έχεις, έπειτα από τόσα χρόνια εµπειρίας, κάποια προτίµηση;

 

ΑΣ: Σίγουρα µου αρέσει πολύ να λειτουργώ κατευθείαν στο γύρισµα, εκείνη την ώρα. Το βρίσκω πιο απελευθερωτικό, να το βλέπουµε όλοι σαν παιχνίδι, να αντιµετωπίζουµε τα πάντα τη στιγµή που συµβαίνουν, να διαµορφώνονται τα πράγµατα εκείνη την ώρα. Αυτό, βέβαια, είναι απλώς µια προτίµηση, δεν γίνεται να δουλεύεις πάντα έτσι. Πρέπει να εξυπηρετείς το σενάριο και την πρόθεση του σκηνοθέτη. 

 

C: Νοµίζω, τονίζεις συχνά το ρήµα «παίζω» στη δουλειά σου.

 

ΑΣ: Φυσικά. Αυτό είναι όλο, άλλωστε, το παιχνίδι. Αλλιώς, βαριέµαι πάρα πολύ. Αυτό βρίσκω ενδιαφέρον, δεν ξέρω αν στο µέλλον θα αλλάξει. Για την ώρα, δεν µπορώ να το σκεφτώ όλο αυτό διαφορετικά.

 

C: Θυµάµαι να διαβάζω σε µια συνέντευξη του Τσιώλη, αν θυµάµαι καλά, να δηλώνει πως κάθε φορά που ολοκληρώνει µια ταινία νιώθει απαρηγόρητος. Εσύ πώς νιώθεις συνήθως; 

 

ΑΣ: Απαρηγόρητος δεν νιώθω. Αισθάνοµαι αυτό που νιώθει, νοµίζω, ο καθένας όταν ολοκληρώνει κάτι που δουλεύει για πολύ καιρό, κάτι το οποίο σε ενδιαφέρει πραγµατικά και δίνεσαι σε αυτό. Έχεις µια ικανοποίηση που δεν καθόσουν, που κάτι δηµιουργήθηκε. Όταν τελειώνει, αισθάνοµαι ωραία, γιατί θα κάνω µια βόλτα και θα πάω για φαγητό. Ειδικά αν έχω νιώσει δηµιουργικός. Γιατί σίγουρα υπάρχουν και καταστάσεις όπου το µόνο που λες είναι «αµάν, να τελειώσει» - µετράς τις µέρες και τις ώρες. 

 

C: Μπορεί να συµβεί κάτι τέτοιο και σε µια καλοκαιρινή περιοδεία µιας παράστασης;

 

ΑΣ: Μπα, αυτό δεν είναι τίποτα. Έχεις ολοκληρώσει τις πρόβες, που είναι το δύσκολο κοµµάτι. Μετά δεν µένει τίποτα. Εντάξει, έχεις 1-2 ώρες την παράσταση, αλλά από εκεί και πέρα είσαι σε έναν νέο τόπο, έχεις πράγµατα να κάνεις, να δεις, να µυρίσεις. Σε µια ταινία είναι πραγµατικά δύσκολο, είναι πιο κλειστά τα πράγµατα. Είσαι δέκα ώρες στο σετ, για µεγάλο χρονικό διάστηµα. Είναι µεγάλο πακέτο, γιατί ταυτόχρονα δεν πρέπει να φαίνεται αυτό. Η δουλειά πρέπει να γίνει, γιατί εσύ εκτίθεσαι. Ή µάλλον και εσύ. 

 

C: Πώς βλέπεις τον ελληνικό κινηµατογράφο τα τελευταία χρόνια, όπου φαίνεται να γίνονται προσπάθειες, ακόµα κι αν γίνονται µε πολύ κόπο και σφιχτά µπάτζετ;

 

ΑΣ: Πράγµατι, γίνονται αρκετές προσπάθειες. Προσωπικά, τα τελευταία χρόνια έχω κάνει τρεις ταινίες. ∆εν είναι εύκολο. Είναι µια υπόθεση που παίρνει πολλές αναβολές, γιατί πάντα υπάρχει το κυνήγι της χρηµατοδότησης. Υπάρχει σίγουρα πολλή διάθεση και θέληση. Σε διαβεβαιώνω πως κυριαρχεί ένα αίσθηµα «θυσίας» σε καθέναν που ανακατεύεται στο γύρισµα µιας ταινίας. Βάζουν πλάτη πολλοί άνθρωποι για να πραγµατοποιηθεί. Πιστεύω πως θα µπορούσε να υπάρχει µεγαλύτερη οργάνωση, αλλά είναι δύσκολο. 

 

C: Έχει βοηθήσει σε αυτό η πρωτόγνωρη επιτυχία του Λάνθιµου;

 

ΑΣ: ∆εν νοµίζω πως αυτό που συµβαίνει µε τον Γιώργο έχει την ικανότητα να παρασύρει όλο τον ελληνικό κινηµατογράφο. Έχει να κάνει µε τον ίδιο και µε τη δουλειά του. Σίγουρα εύχοµαι να επηρεάσει και να συνεχίσουν να παράγονται καλές ταινίες τακτικά.

 

C: Κλείνοντας, ας πάµε στη δουλειά σου στο θέατρο. Με την παράσταση του «∆ον Κιχώτη» φαίνεται πως κλείνει ένας κύκλος για σένα και για την οµάδα που έχεις φτιάξει, τη Res Ratio, που εστίαζε γενικότερα στην ανθρώπινη συνθήκη. 

 

ΑΣ: Ναι, νοµίζω πως έχει κλείσει αυτό. Ο «∆ον Κιχώτης» ήταν µεγαλύτερο εγχείρηµα σε όγκο, συγκριτικά µε τον «Σωσία» και τον «Ριχάρδο», που είχαν προηγηθεί. Αισθανόµαστε πως πρέπει να πάρουµε µια ανάσα ανασυγκρότησης και να δούµε πώς θα πάει µετά. Σίγουρα έχουµε κάποιες ιδέες, αλλά θα πάρουν λίγο χρόνο.

 

C: Και τώρα τι ετοιµάζεις;

 

ΑΣ: Ξεκινάω τα γυρίσµατα µιας ταινίας του ∆ηµήτρη Κανελλόπουλου, που θα φέρει τον τίτλο «Αγέλη Προβάτων», και µετά θα ξεκινήσω να δουλεύω για ένα έργο του Ιονέσκο, τον «Ρινόκερο», που θα σκηνοθετήσει ο Γιάννης Κακλέας στο θέατρο Κιβωτός.